top of page
Αναζήτηση

Ψυχοσωματικός πόνος

Έγινε ενημέρωση: 26 Ιουν 2022




Οι «ψυχοσωματικές» ασθένειες είναι εκείνες που πηγάζουν από ψυχολογικά αίτια, τα οποία δεν έχουν οργανική αιτιολογία και δεν οφείλονται σε σωματικές διαταραχές (Allahverdi, 2020). Ως ψυχοσωματικός πόνος ορίζεται ο συνδυασμός συμπτωμάτων σωματικού πόνου σε διάφορες περιοχές του σώματος, που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ζωής του ατόμου, οπότε ζητείται θεραπεία για την καταπολέμησή του με επισκέψεις σε κλινικές υγείας.

Αποτέλεσμα του ψυχοσωματικού πόνου είναι η διακοπή των κοινωνικών ή/και επαγγελματικών δραστηριοτήτων του ατόμου (Aral & Arslan, 2019; Güleç, 2009; Porcelli, & Rafanelli, 2010).

Στις μέρες μας, πιστεύεται πως τα συνειδητά ή ασυνείδητα συναισθήματα, οι σκέψεις αλλά και οι συμπεριφορές του ατόμου, είναι αποτελέσματα ψυχοσωματικών συμπτωμάτων που εκδηλώνονται με τη μορφή σωματικού πόνου. Υποστηρίζεται δε, ότι ο πόνος -ως ψυχοσωματικό σύμπτωμα- προκαλείται από τις έντονες σκέψεις του ατόμου σχετικά με ένα ζήτημα και στη συνέχεια ως απόρροια της σύνδεσης σώματος και μυαλού.

Επίσης, ο πόνος που προκαλείται ως ψυχοσωματικό σύμπτωμα, μπορεί να αυξομειώνεται κατά καιρούς και να χαρακτηρίζεται από περιοδικότητα. Συνήθως αποτελεί προϊόν σημαντικών γεγονότων που στρεσάρουν το άτομο σε μια περίοδο της ζωής του, παράγουν συναισθηματικό βάρος και έχουν ψυχολογική διάσταση. Το άγχος, η κατάθλιψη και άλλες ψυχολογικές μεταπτώσεις οδηγούν συνήθως σε σωματικό πόνο. Άλλα συνοδά συμπτώματα είναι ο θυμός, η ανυπομονησία, το αίσθημα ανικανότητας, η πλήξη και η ανησυχία.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω συμπτώματα θα πρέπει να αξιολογούνται κατάλληλα από τον κλινικό ψυχολόγο που παρακολουθεί έναν ασθενή ο οποίος νιώθει σωματικό πόνο (Allahverdi, 2020).

Τόσο οι ψυχοκοινωνικοί όσο και οι βιολογικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μηχανισμών παραγωγής ψυχοσυναισθηματικών συμπτωμάτων όπως είναι ο σωματικός πόνος (Aral & Arslan, 2019; Güleç, 2009; Lazarus, 1993; Porcelli, & Rafanelli, 2010). Στο άρθρο των Aral και Arslan (2019) γίνεται αναφορά στα ψυχοσωματικά συμπτώματα ως διακριτή διαγνωστική κατηγορία ψυχολογικών διαταραχών. Συγκεκριμένα, ο ορισμός που αναφέρεται περιγράφει τα ψυχοσωματικά συμπτώματα ως τον συνδυασμό πολλαπλών σωματικών συμπτωμάτων που εμφανίζονται μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.


Όσον αφορά στα κριτήρια διάγνωσης, εκείνα περιλαμβάνουν:

1. Την ανάπτυξη τουλάχιστον τεσσάρων ξεχωριστών σωματικών πόνων, όπως είναι: πονοκέφαλος, κοιλιακός πόνος, πόνος στα χέρια και στα πόδια, πόνος στην πλάτη κλπ.

2. Την εμφάνιση δύο συμπτωμάτων γαστρεντερικού σωλήνα, όπως είναι: ναυτία, φούσκωμα, έμετος (χωρίς εγκυμοσύνη), διάρροια, γαστρικός ερεθισμός.

3. Σεξουαλική δυσλειτουργία ή συμπτώματα του γεννητικού συστήματος, όπως ανωμαλία της εμμήνου ρύσεως, ανικανότητα στους άνδρες, σεξουαλική αποστροφή στις γυναίκες και στους άνδρες κ.λ.π.

4. Την εκδήλωση ενός νευρολογικού συμπτώματος, όπως μειωμένη ισορροπία, περιφερειακή παράλυση ή μειωμένη δύναμη, δυσκολία στην κατάποση, διπλή όραση, κώφωση, απώλεια συνείδησης κλπ.

5. Απουσία οργανικής διαταραχής η οποία μπορεί να εξηγήσει την εκδήλωση των παραπάνω συμπτωμάτων, έπειτα από ιατρική εξέταση και εργαστηριακή έρευνα.

6. Απουσία εθισμού στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά ή σε άλλες ουσίες.


Υπό συνθήκες ψυχολογικής δυσλειτουργίας ή ασθένειας, ο πόνος μπορεί να χάσει τον φυσιολογικό του ρόλο και να ακολουθήσει παρεκλίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα την εκδήλωση συνδρόμων χρόνιου σωματικού πόνου (Kuner & Flor, 2018). Οι επαγγελματίες υγείας έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τη φροντίδα ασθενών που περιγράφουν χρόνιο πόνο σε όλο τους το σώμα, ο οποίος σχετίζεται με σειρά άλλων συμπτωμάτων, όπως κακό ύπνο, κόπωση και κατάθλιψη. Ορισμένες φορές, το εν λόγω σύμπλεγμα συμπτωμάτων αναφέρεται ως λειτουργικό σωματικό σύνδρομο, μέρος μιας διαταραχής σωματοποίησης, διαταραχής ιδιοπαθούς πόνου ή ψυχοσωματικού συνδρόμου, απορρίπτοντας την πραγματική ταλαιπωρία των ασθενών (Sancassiani et al., 2017).

Ο πόνος αποτελεί μια εσωτερική και ατομική εμπειρία, η οποία γίνεται συνειδητά αντιληπτή από το άτομο, ενώ διαμορφώνεται και μετασχηματίζεται σύμφωνα με τα συναισθήματα και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επικρατούν. Πιο αναλυτικά, η βιβλιογραφία υποστηρίζει πως ο πόνος είναι το αποτέλεσμα των συνεχών υποσυνείδητων αλλαγών κατά τη λειτουργία του εγκεφάλου, οι οποίες διαμορφώνονται από εσωτερικές και εξωτερικές διαδικασίες (Borsook et al., 2018), από ψυχολογικά αίτια και περιβαλλοντικούς παράγοντες (Borsook et al., 2018; Fava et al., 2019). Η πολυπλοκότητα του πόνου προσδιορίζεται από την ανθεκτικότητα του ατόμου, από τον τρόπο που ο πόνος εκδηλώνεται και από την ταλαιπωρία που προκαλεί στον ασθενή (Fava et al., 2019).

Η ταλαιπωρία του ατόμου είναι φυσικό επακόλουθο του σωματικού πόνου (Loeser, 2000), ενώ αποτελεί ένα υπαρκτό αίσθημα στο μυαλό των ανθρώπων (Sensky, 2010). Σύμφωνα με άλλες προσεγγίσεις, τα επακόλουθα του σωματικού πόνου είναι η ψυχική ταλαιπωρία του ατόμου (Saunders, 1963), η οποία τονίζει τη σύνδεση μεταξύ σώματος και ψυχικής δυστυχίας.

Η αίσθηση του κενού, η απώλεια, ο ψυχικός πόνος (Shneidman, 1993) και άλλες αρνητικές αλλαγές στη ζωή ενός ανθρώπου φαίνεται να συνδέονται με την εκδήλωση σωματικού πόνου. Άξια αναφοράς είναι τα πορίσματα της μελέτης του Fava (2016) τα οποία περιγράφουν την έννοια του ψυχικού πόνου μέσα από επιμέρους δείκτες:

α) το επίπεδο του πόνου,

β) το αίσθημα του «ραγίσματος» της καρδιάς,

γ) το αίσθημα της απώλειας,

δ) το αίσθημα του πόνου σε όλο το σώμα,

ε) την αδυναμία κατανόησης της αιτίας από την οποία προέρχεται ο πόνος,

στ) το αίσθημα του κενού,

ζ) το αίσθημα της απώλειας του νοήματος ζωής,

η) το αίσθημα της ανικανότητας και

θ) τις αυτοκτονικές συμπεριφορές.

Μεταξύ των ατόμων που βιώνουν σωματικό πόνο, ορισμένα αναπτύσσουν ασυνήθιστη ένταση και συχνότητα (Engel, 1959). Ο εγκέφαλος των ατόμων αυτών είναι περισσότερο «επιρρεπής στον πόνο».

Σε μια μελέτη των Blumer και Heilbronn (1982) μελετήθηκαν οι «επιρρεπείς στον πόνο» καθώς και τα χαρακτηριστικά τους. Διαπιστώθηκε πως η συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων παρουσιάζει μια εικόνα εαυτού με δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η ίδια μερίδα ανθρώπων τείνει να περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις με εξιδανικευμένο τρόπο και να θεωρεί τον εαυτό της ως ανεξάρτητο άτομο. Βρέθηκε, επίσης, πως οι «επιρρεπείς στον πόνο» παρουσιάζουν ιστορικό υπερβολικής ενασχόλησης με την εργασία ή υπερβολικής δραστηριότητας πριν από την εμφάνιση του πόνου. Τέλος, στην ίδια έρευνα και συγκεκριμένα στο οικογενειακό ιστορικό των ατόμων αυτών εντοπίστηκαν συγγενικά πρόσωπα με κατάθλιψη, αλκοολισμό, κακοποίηση ή/και έκθεση σε χρόνιες συνθήκες που προκαλούν σωματικό πόνο.

Η εκδήλωση του πόνου ως ψυχοσωματικού συμπτώματος έχει μελετηθεί ευρέως στις μέρες μας, ως απόρροια της μετανάστευσης στην Ευρώπη. Αρκετές μελέτες θέτουν στο επίκεντρο δείγματα γυναικών μεταναστών, οι οποίες νιώθουν πόνο ως αποτέλεσμα των συνθηκών διαβίωσής τους. Πιο συγκεκριμένα, σε μια μελέτη των Rometsch et al. (2020), όπου πραγματοποιείται ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, διαπιστώθηκε πως οι γυναίκες πρόσφυγες αναφέρουν πολύ συχνά σωματικά συμπτώματα που προέρχονται από τις τραυματικές εμπειρίες που βιώνουν. Τα περισσότερο συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο, συναισθηματική ασφυξία και διαταραχές κίνησης. Ακόμη, συνήθως αναφέρεται ζάλη, παραισθήσεις, κρίσεις, καρδιακά επεισόδια και γαστρεντερικές διαταραχές.

Παρόμοιο ερευνητικό ενδιαφέρον στο πεδίο της εκδήλωσης του πόνου ως ψυχοσωματικού συμπτώματος, παρατηρείται και στον πληθυσμό των εφήβων. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, τα συμπτώματα στρες και κατάθλιψης αυξάνονται κατά την περίοδο της εφηβείας (Bor et al., 2014), αναστέλλοντας την ευημερία, τις σχολικές επιδόσεις και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις (Desrochers & Houck, 2014). Ο επαναλαμβανόμενος σωματικός πόνος (συνήθως πονοκέφαλος ή κοιλιακός πόνος) τείνει να εκδηλώνεται ολοένα και περισσότερο στους εφήβους, ενώ αποτελεί και έναν από τους πλέον συνήθεις λόγους για επικοινωνία των ίδιων με σχολικούς νοσηλευτές (Ellertsson, Garmy, & Clausson, 2017).

Άλλωστε, μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ σωματικού πόνου και προβλημάτων ψυχικής υγείας (Joychan, Rasha, & Dilip, 2016; Shannon, Bergren, & Matthews, 2010).


234 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

コメント


bottom of page