top of page
Αναζήτηση

Η υπέρταση ως ψυχοσωματική ασθένεια

Έγινε ενημέρωση: 16 Νοε 2020






Συμπτωματολογία υπέρτασης

Η υπέρταση είναι μια από τις πιο συχνές χρόνιες ψυχοσωματικές ασθένειες που επηρεάζουν τους ανθρώπους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, σε ένα ποσοστό περίπου 2% των παιδιών και των εφήβων (Statistics Canada, 2017) έως 7% των εγκύων γυναικών (Public Health Agency of Canada, 2017) και περίπου στο 25% του γενικού ενήλικου πληθυσμού (Padwal et al., 2016). Η υπέρταση έχει ευρεία συμπτωματολογία (Nerenberg et al., 2018) και πολλές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, εξαιτίας της σχέσης της με την παχυσαρκία (από την παιδική ηλικία μέχρι και την ενηλικίωση) (Padwal et al., 2016; Shi, de Groh & Morrison, 2012). Επίσης, η συμπτωματολογία της παχυσαρκίας σχετίζεται με τη χρόνια νεφρική νόσο, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τον θάνατο (Nerenberg et al, 2018).

Μπορεί να υποστηριχθεί πως υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη υπέρτασης. Τέτοιοι παράγοντες είναι η υπερβολική αλδοστερόνη και η ρενίνη για την οποία πιστεύεται πως προάγει αγγειακή φλεγμονή, ίνωση, αναδιαμόρφωση και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Όλες οι διαδικασίες σχετίζονται με την εμφάνιση αθηροσκλήρωσης (Benard et al., 2009; Schiffrin, 2006).

Ψυχολογικά αίτια

Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι η κατάθλιψη είναι τόσο αιτιώδης παράγοντας όσο και συνέπεια καρδιακών παθήσεων. Συγκεκριμένα, η αναδυόμενη βιβλιογραφία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπέρταση και η κατάθλιψη συσχετίζονται μεταξύ τους. Αναφορές από κλινικές μελέτες εντόπισαν ασθενείς με στεφανιαία νόσο που έχουν κατάθλιψη ή που έχουν ιστορικό κατάθλιψης ή κατάθλιψης μετά από καρδιακή προσβολή. Οι τελευταίοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για περαιτέρω καρδιακή προσβολή λόγω υπέρτασης και έρχονται αντιμέτωποι με υψηλά επίπεδα θνησιμότητας (Carney et al., 1988; Frasure-Smith, Lesperance & Talajic Glassman, 1993; & Shapiro, 1998).

Ομοίως, οι μελέτες σε διάφορες κοινότητες πολιτών έχουν δείξει την ύπαρξη ισχυρής σχέσης μεταξύ καρδιαγγειακών παθήσεων και κατάθλιψης (Murphy et al., 1987). Ακόμη και μετά τη διεξαγωγή μελετών για τον έλεγχο πιθανού λανθασμένου αποτελέσματος για τη σχέση καρδιαγειακών παθήσεων – κατάθλιψης, λόγω του καπνίσματος ή λόγω άλλων παραγόντων/ συνηθειών που αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, η κατάθλιψη αποτελεί το ισχυρότερο αίτιο (Aromaa et al., 1994; Ford et al., 1994). Διαχρονικές μελέτες δείχνουν ότι η κατάθλιψη οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου (Barefoot & Schroll, 1996; Ford et al., 1994).

Τα βιολογικά αίτια που εξηγούν την εμφάνιση υπέρτασης περιλαμβάνουν αλλαγές στην αδρενεργική δραστηριότητα του ανθρώπινου σώματος (Davidson et al., 2000). Σε μια ακόμη μελέτη που συσχετίζει βιολογικά και ψυχολογικά αίτια (κατάθλιψη) για την εμφάνιση υπέρτασης, οι Carney et al. (2001) υποστήριξαν τη μειωμένη μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού που προκύπτει από την αυτόνομη δυσλειτουργία που εντοπίζεται σε καταθλιπτικούς ασθενείς μετά από εμφράγματα. Άλλες μελέτες επιβεβαιώνουν κι εκείνες το γεγονός ότι η υπέρταση συνοδεύεται συχνά από ψυχολογικό στρες και από καταθλιπτικές συμπεριφορές (Karen et al., 2006; Matthews et al., 2004). Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα με υπέρταση τείνουν να εκδηλώνουν συχνότερα κατάθλιψη και άγχος σε σύγκριση με εκείνα που έχουν φυσιολογικά επίπεδα αρτηριακής πίεσης (Wing, Phelan & Tate, 2002).

Ερμηνείες της υπέρτασης

H διαχείριση της υπέρτασης σε παιδιά και ενήλικες επικεντρώνεται στις αλλαγές συμπεριφοράς των ασθενών καθώς και στη φαρμακοθεραπεία, με την προϋπόθεση πως το άτομο που νοσεί να είναι ιδιαίτερα ενημερωμένο για τον ατομικό καρδιαγγειακό κίνδυνο που διατρέχει (Nerenberg et al, 2018). Όσον αφορά στη συμβολή της παρακολούθησης του ασθενούς από θεράποντα ιατρό, σημειώνεται πως οι οδηγίες που θα πρέπει να δίνονται προορίζονται να παρέχουν ένα πλαίσιο για τεκμηριωμένη φροντίδα της υπέρτασης. Συνιστάται στους επαγγελματίες να λαμβάνουν υπόψιν τις προτιμήσεις, τις τιμές και τις κλινικές περιστάσεις του ασθενούς με σκοπό την καλύτερη δυνατή εφαρμογή των οδηγιών (Rabi, 2017).


Προσεγγίσεις αντιμετώπισης

Όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι το κλειδί για τη βελτίωση της πρόληψης και του ελέγχου της υπέρτασης είναι μέσω της κοινότητας (Ferdinand et al., 2012; Kaczorowski, Del Grande & Nadeau-Grenier, 2013; Lu et al., 2015). Η τρέχουσα διαχείριση της υπέρτασης στην κοινότητα εξακολουθεί να βασίζεται στο παραδοσιακό σύστημα (Whelton et al., 2007), δηλαδή στη διαχείριση τριών επιπέδων: υψηλού, μεσαίου και χαμηλού κινδύνου σύμφωνα με τα επίπεδα αρτηριακής πίεσης και τους παράγοντες κινδύνου του ασθενούς. Το παραδοσιακό σύστημα επιτρέπει στους ασθενείς να αντιμετωπίζονται παθητικά και η ποιότητα της διαχείρισης δεν μπορεί να διασφαλιστεί.

Σήμερα υποστηρίζεται πως πιθανές λύσεις στο πρόβλημα της διαχείρισης της υπέρτασης βρίσκονται σε σχήματα αυτοδιαχείρισης και σε συστήματα διαχείρισης εφαρμογών που σχεδιάζονται ειδικά για κινητά τηλέφωνα (Bosworth et al., 2009; Hallberg, Ranerup & Kjellgren, 2016; Magid & Farmer, 2012). Το σχήμα αυτό στοχεύει στο να κατευθύνει τους ασθενείς να διαχειριστούν την αρτηριακή πίεση, κινητοποιώντας πλήρως τον δικό τους ενθουσιασμό και ασκώντας την υποκειμενική τους πρωτοβουλία. Δηλαδή, έχει άμεση σχέση με την ψυχολογία και την προσωπικότητα του ατόμου που νοσεί. Μελέτες στο εξωτερικό έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια ενός έτους παρακολούθησης ήταν σημαντικά καλύτερη σε ένα σύστημα αυτοδιαχείρισης από αυτό του παραδοσιακού συστήματος (Bosworth et al., 2009; Hallberg, Ranerup & Kjellgren, 2016; Magid & Farmer, 2012). Ωστόσο, γενικά αναγνωρίζεται ότι δεν είναι όλοι οι ασθενείς κατάλληλοι για αυτοδιαχείριση. Οι προηγούμενες μελέτες εισήγαγαν την έννοια της παιδείας για τη διαχείριση της υπέρτασης (Shi et al., 2017; Yilmazel & Cetinkaya, 2017).


30 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων
bottom of page